Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ για τους «μετανάστες»

Πως μου ηρθε? 
Στη μνήμη μιας μικρής προσφυγοπούλας  που βρέθηκε πεντάρφανη  από γονείς μόνη στο λιμάνι του Πειραιά στα τρία της, επέζησε, έκανε οικογένεια, παιδιά κι  εγγόνια  και όλοι όσοι τη γνώρισαν λένε πως της μοιάζω και φυσιογνωμικά και σαν ανθρώπινος χαρακτήρας …
——————————————————


Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ” όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».


Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. 

Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη

. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.



Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα “ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ” ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν” απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ” απ” όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.



Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ” εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ” τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.


Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. 

Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.




(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα,
 μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο)


 Υ.Γ  Το ποίημα γράφτηκε το 1937, όταν ο Μπρέχτ ήταν αυτοεξόριστος στην Σουηδία, λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει ο Β” παγκόσμιος πόλεμος αλλά με τις φασιστικές θυριωδίες και τις διώξεις να κυριαρχούν στην Γερμανία του Χίτλερ.



πηγή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα δημοσιεύματα δεν αποτελούν θέση η άποψη δική μας αλλά Πολιτών και Bloggers. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών.
Παρακαλούμε όταν υποβάλετε σχόλιο, να μην χρησιμοποιείτε υβριστικούς χαρακτηρισμούς
και να αποφεύγετε τα greeklish.