Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Να σέρνεσαι, δεν θα σε λυπηθώ


Ένας απλός πολίτης. Αυτός ήταν ο αρχικός μου τίτλος. Μα, σκέφτηκα αμέσως, τι παπαριές είναι αυτές; Πότε ήσουν εσύ ένας απλός πολίτης;



Στα λάγνα και παραισθησιογόνα φώτα της νύχτας, ήμουν ένα παράνομο πλάσμα και πλήρωνα πολύ ακριβά αυτή μου την παρανομία, που με πολύ εύστοχο και αποτελεσματικό τρόπο η πολιτεία κατάφερνε να απομυζεί απ' το κορμί μου πακτωλούς χρημάτων, με δικαστήρια και μηνύσεις.




Κάποια πρωινά -που το εκτυφλωτικό φως της μέρας έκρυβε και από το πρόσωπό μου αλλά, πρωτίστως, απ' το δικό τους τη διττή τους ζωή- θα πήγαινα στην εφορία να πληρώσω τους φόρους που μου αναλογούν, σαν νόμιμος πολίτης μιας χώρας που γέννησε τη δημοκρατία αλλά τη χάρισε σε όλο τον κόσμο και δεν κράτησε απολύτως τίποτα γι' αυτήν.



Γι' αυτούς, λοιπόν, ήμουν πάντα και θα είμαι πολίτης τρίτης κατηγορίας. Κι αυτοί για μένα ήταν και είναι λωποδύτες, αλήτες, μασκοφόροι εγκληματίες, φερέφωνα δικά σας.
Ναι, δικά σας. Εσείς ρίχνατε με καμάρι το ψηφοδέλτιο, συνήθως πράσινο ή μπλε, ανάλογα τα συμφέροντά σας. Δεν ήταν ερήμην σας η καταστροφή. 


Σαφώς δεν την περιμένατε, αλλά είναι πολλά τα λεφτά, Άρη... όταν έμπαιναν στην τσέπη σου.
Όταν μετέθετες το καμάρι σου από τον Έβρο στην Αθήνα, γλείφοντας απ’ την κορφή ως τα νύχια το κάθε κομματικό σκουλήκι που σου έκανε τον καλό για να τον ψηφίσεις. Όταν έχεζες εκεί που έτρωγες. Και, το χειρότερο, δεν έκανες καν εμετό.
Δεν θα δικαιώσω τον Πάγκαλο, μακριά από μένα.


Αλλά σ’ ένα παραλήρημα -αλήθειας; μετάνοιας; επιτηδευμένων ενοχών;- είπε την περιβόητη φράση, σίγουρα θύμωσες. Έβρισες.
Μπορεί να έβγαλες και αφρούς από το στόμα σου. Μήπως όταν ηρέμησες θυμήθηκες πόσες αποδείξεις δεν πήρες για να σου κάνουν καλύτερη τιμή;


Μήπως ήρθε στην κοντινή μνήμη σου πόσες φορές έδινες την κάρτα σου σε συνάδελφο να τη χτυπάει για σένα μήνες ολόκληρους στη δουλειά σου; Ξέρω και κάποιους που το έκαναν χρόνια.
Μη βγάζεις την ουρίτσα σου απέξω, λοιπόν, για τη σημερινή κατάντια σου. Γιατί περί κατάντιας πρόκειται και μη σώσεις και το παραδεχτείς ποτέ σου. Πάλι στον μικρόκοσμό σου θα κλειστείς και θα ψάχνεις να βρεις ό,τι απέμεινε απ' τη χρυσόσκονη των περασμένων δεκαετιών, μπας και λάμψεις έστω για λίγο.


Ένας ανόητος εγωιστής. Είμαι περίεργη με τι μούτρα κοιτάς τα παιδιά σου όταν έχουν αυτό το απλανές βλέμμα του χαμένου. Ότι δεν ανήκουν πουθενά. Όταν του έπαιρνες όλα τα μοντέλα του i-phone και δεν μπορείς να του πάρεις το καινούριο. Έχεις τ’ αρχίδια να το κοιτάξεις κατάματα ή αρχίζεις τις αμπελοφιλοσοφίες για τη ζωή και τους κύκλους της;
Κοίταξε γύρω σου τα έργα σου. Δικά σου είναι.


Οι δεκάδες αυτόχειρες σε καταριούνται απ' τον τάφο τους. Όχι τόσο για τα λάθη που έκανες τότε, αλλά για αυτά που συνεχίζεις να κάνεις απτόητος. Και να τσακώνεσαι στις καφετέριες και τα καφενεία για τα μονόχρωμα συμφέροντά σου. Τόσο αηδιαστικός. Τόσο μονοδιάστατος. Όσες σφαλιάρες και να φας, την παρωπίδα δεν θα τη βγάλεις γιατί νομίζεις ότι σε προστατεύει. 


Στα άλογα έχει μια χρήση. Εσένα πού θα σε βοηθήσει, κακομοίρη μου;
Τα σφυροδρέπανα άλλαξαν σχήμα. Αγκυλωτοί σταυροί έγιναν που βοηθάνε τη γιαγιά σου και τη μάνα σου να κάνουν ανάληψη, μην τυχόν και τους την πέσει ο αλλότριος.


Έλα, όμως, που εκεί πάνω θα σε σταυρώσουν. Και να δω πώς θα βολέψεις τη σάρκα σου και τα οστά σου πάνω σε στραβό... σταυρό. 



Πρόσφερες έπαρση σε κάθε υπάνθρωπο που έχει πάνω του ένα κομματάκι εξουσίας. Τον γιατρό τον έκανες έμπορα. Ο διανοούμενος έγινε ετικέτα για να έχει ψηλά το κεφάλι και με μια φράση του κώλου να νομίζει ότι θα μείνει στην Ιστορία.


Κατάφερες, ενώ είχες τόση δύναμη στα χέρια σου, να παραμένουν στην εξουσία μορφώματα που τα φάρμακά σου, τα αντικατέστησαν με υποκατάστατα φαρμάκου.
Τα τρόφιμα που κάποτε πετούσες αφειδώς από το ψυγείο σου στα σκουπίδια, πολλές φορές και με καμάρι, τώρα τα αγοράζεις... ληγμένα.


Εσύ, τραγελαφικέ τύπε, φταις για το χάος που κυριαρχεί. Για τα άδεια βλέμματα στον δρόμο. Για τα νεύρα τα τεντωμένα που δεν ανέχονται λέξη παραπάνω. Εσύ, που η τζιπάρα σου έγινε 500ασαράκι και έχεις ακόμη το ύφος του μερσεντάκια, τρομάρα σου.

 Παντού σε βλέπω. Παντού υπάρχεις. Δυστυχώς.
Να σε δω να σέρνεσαι, δεν θα σε λυπηθώ. Γιατί όταν σε χρειαζόμουν, σαν πιο αδύναμη, μου έριχνες μια χλαπάτσα στη μούρη και μου ‘λεγες, «άντε στο διάολο, παλιόπουστα».


Και μπορεί κάποια βράδια πριν να είχα φάει το παντεσπάνι μου απ' τη δική σου τσέπη.
Τον χάρηκες τον αρχηγό σου στη Θεσσαλονίκη;

 Τον χειροκρότησες; Ένιωσες εκείνο το ωραίο, περήφανο φούσκωμα στο στήθος σου; Ωραίος ως Έλλην, υπέροχο θέαμα αγκαλιά με μπριζόλα και μπιρόνια.


Εσύ γιόρτασες τα γενέθλια του καταραμένου ήλιου, που ακόμη ανατέλλει;

 Εύγε.
Η πληρωμή του χρόνου και της βλακείας σου ήρθε. Απλώς, δεν το έχεις καταλάβει ακόμη.


Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη αποτυχία σου. Και, φευ, δεν θα την πληρώσεις τόσο εσύ. Τα παιδιά σου θα πληρώσουν το τίμημα, που δεν φταίνε.



 Αμαρτίες γονέων και η Ιστορία επαναλαμβάνεται.



ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα δημοσιεύματα δεν αποτελούν θέση η άποψη δική μας αλλά Πολιτών και Bloggers. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών.
Παρακαλούμε όταν υποβάλετε σχόλιο, να μην χρησιμοποιείτε υβριστικούς χαρακτηρισμούς
και να αποφεύγετε τα greeklish.