Ξημερώνει! Ένα ακόμη πρωινό ξεκινά, στους δρόμους, στις γειτονιές, στις συνοικίες της πόλης μας.
Μαζί ξεκινά και το κομβόι των καροτσιών. Αρπαγμένα από Σούπερ μάρκετ, ακόμη και από το αεροδρόμιο, ωθούμενα και συρόμενα από τους αλλοεθνείς, αρχίζουν το καθημερινό τους δρομολόγιο.
Ο στριγγλός ήχος από τις ρόδες τους, εισχωρεί στα σπίτια, και πίσω από τα κλειστά παράθυρα ξυπνά μνήμες στους μεγαλύτερους, και προετοιμάζει τους νεώτερους.
Χειμώνας του 1941. Τα καρότσια του Δήμου μάζευαν καθημερινά από τους δρόμους τα απομεινάρια της ζωής, που κείτονταν τυμπανισμένα από την πείνα, στα ρείθρα των
πεζοδρομίων. Είχε καταντήσει ρουτίνα αυτό το θέαμα για τους ακόμα επιζώντες, που απλώς περίμεναν την σειρά τους.
Όπως τώρα έχουν καταντήσει ρουτίνα και οι καθημερινές δολοφονίες και αυτοκτονίες, και απλώς περιμένουμε την σειρά μας.
Οι κάδοι είναι ξέχειλοι από απορρίμματα, από μπάζα, από ρετάλια και συντρίμμια μιας πρώην ευημερούσας κοινωνίας. Περιμένουν τον θηρευτή τους, όπου με το αυτοσχέδιο άγκιστρο θα τα αλιεύσει και θα τα μετατρέψει σε μεροκάματο.
Χαρτόνια, μέταλλα, ξύλα, αρπάζονται εν ριπή οφθαλμού μέσα από τους κάδους των ιδιωτικών εταιριών και έτσι καταργούν την ανακύκλωση, που θα απέφερε κάποια έσοδα στους δήμους.
Τα μπάζα σκεπάζουν ολόκληρη τη χώρα. Πλακώνουν τις ψυχές μας, σκοτεινιάζουν το νου μας, βαραίνουν το σώμα μας. Πεταμένα στα σκουπίδια, όνειρα, αξίες, φιλότιμο, ανάπτυξη, εργασία, υποσχέσεις, ψήφοι, ηρωικές γενιές, φούντες κουρτινών, εργατικά δικαιώματα, ευτυχία, αισθήματα, ελπίδες, όλα ανάκατα κείτονται στα ρείθρα τυμπανισμένα, θλιβερά, κάνοντας παρέα και στα άλλα μπάζα, τα ακριβοπληρωμένα, τα λεγόμενα Ολυμπιακά ακίνητα, όπου αφού τα χρησιμοποίησαν ένα μήνα –το καλοκαίρι του 2004-, γεμίζοντας με την λάμψη τους τις καρδιές μας και θαμπώνοντας την ανθρωπότητα, έπειτα τα πέταξαν στα σκουπίδια, με αναίδεια και απαξία.
Όπως τα κακομαθημένα παιδιά, που αφού παίξουν με ένα ακριβό παιχνίδι, που άλλος έχει πληρώσει, το βαριούνται και το πετάνε στην άκρη, σπασμένο και βρώμικο.
Στη φιλόξενη χωματερή της πατρίδος μας, δυστυχώς οι κάθε είδους εξουσιαστές, βρήκαν πρόσφορο έδαφος να τοποθετήσουν και τα ανθρώπινα ‘’μπάζα’’ της οικουμένης.
Απελπισμένους ανθρώπους, φτωχούς, πεινασμένους, τους εναποθέτουν χωρίς οίκτο σε μια χώρα που ήδη στενάζει από την ανεργία και την ανέχεια.
Την γεμίζουν με ανθρώπους από την Ασία και Αφρική –όλοι σε στρατεύσιμη ηλικία-,χωρίς να σκέπτονται το μέλλον αυτών των ανθρώπων, αλλά και των ντόπιων.
Κόπτονται για τα δικαιώματά τους , αλλά δεν μας λένε τι προοπτική και τι προκοπή θα κάνουν αυτοί οι νέοι, σε μια Ελλάδα, όπου τα μαγαζιά κλείνουν, δουλειές δεν υπάρχουν ούτε για τους γηγενείς, τα ταμεία φυτοζωούν, τα νοσοκομεία δεν μπορούν να περιθάλψουν και μειώνονται, οι παιδικοί σταθμοί δεν επαρκούν, και το χρήμα είναι ακριβοθώρητο.
Οι ‘’φιλάνθρωποι’’ δουλέμποροι νομίζουν ότι με το καθάρισμα των παρμπρίζ των αυτοκινήτων ή την επαιτεία, όλοι αυτοί θα προκόψουν και θα ευημερήσουν στη ζωή τους;
Θα ενταχθούν στην κοινωνία μας, υπακούοντας στους νόμους και προάγοντας τον πολιτισμό;
Απεγνωσμένες εποχές, απεγνωσμένοι άνθρωποι, απεγνωσμένες πρακτικές!
Κανείς δεν τους έχει πει, ότι όταν σε μια χωματερή, συσσωρεύονται σκουπίδια, μπάζα, ξερόχορτα και εύφλεκτα υλικά, αρκεί μια μικρή απρόβλεπτη σπίθα για να ξεσπάσει πυρκαγιά;
Και τότε μαζί με τα ξερά, δυστυχώς καίγονται και τα αμέριμνα χλωρά.
Όταν πήρε φωτιά και καιγόταν η Ρώμη –το 64μ.Χ.-ο αυτοκράτωρ Νέρων, βρισκόταν στην εξοχική του κατοικία, στην Άντια, 50χλμ μακριά. Μαθαίνοντας για την συμφορά, γύρισε εσπευσμένα στην πρωτεύουσα, και εμπνεόμενος από το θέαμα απήγγειλε ένα ποίημα, όπως λέει η ιστορία.
Ο δικός μας Νέρωνας – ο υπαίτιος της τραγικής κατάστασης που ζούμε-, βρίσκεται σε συνεχείς διακοπές με την Άντα, και για να απαγγείλει το ποίημά του –έστω και με σαρδάμ και σπαστά Ελληνικά-, θέλει όπως λέει, χρήματα.
Το ποίημά τους όμως, μας το λένε καθημερινά μέσα από τις τηλεοράσεις, οι υπόλοιποι υπαίτιοι αυτής της κατάστασης, φωνασκούντες ανοήτως και ενοχλητικώς, με λόγους κενού περιεχομένου και άνευ ουσίας, και ταλαιπωρούν την νοημοσύνη μας, τα νεύρα μας, τα αυτιά και την αισθητική μας.
Αλαλάζοντα κύμβαλα, τενεκέδες ηχηροί και οχληροί, που αν τους πετάξεις στα σκουπίδια, ούτε οι Πακιστανοί δεν θα καταδεχτούν να τους μαζέψουν. Στην σκουπιδοαγορά δεν έχουν καμιά αξία και τιμή.
‘’Δεν έχουμε γίνει ακόμα Αργεντινή ‘’, μας λέει ο υπουργός με το trendy κούρεμα. Μας χωρίζει όμως μια δρασκελιά, από το να γίνουμε. Με τα παράλογα αποτυχημένα μέτρα που παίρνουν, φροντίζουν να μειώσουν βήμα βήμα αυτή την δρασκελιά. Είμαστε πια σε απόσταση αναπνοής από την Αργεντίνα.
Οι πολίτες της βέβαια κάποια στιγμή αντέδρασαν στους δικούς τους παρανοϊκούς, και ευτυχώς δεν έγιναν Ελλάδα.
Μετά τους φόρους που έβαλαν στους νεκρούς, στα ορεινά χωριουδάκια μας-όπως στην ορεινή Τριχωνίδα- τώρα λένε ότι θα βάλουν φόρο στα πτυχία. Οι αθεόφοβοι θα φορολογήσουν την γνώση, δημιουργώντας έτσι στο μέλλον αμόρφωτους, αμαθείς πολίτες.
Τους ξέφυγε ο φόρος που έβαλε ο Μ. Κωνσταντίνος στα αφοδεύματα και τα ούρα, ας το κοιτάξουν κι αυτό, θα τους αποφέρει πολλά έσοδα και δεν θα γλυτώσει κανείς, γιατί όπως έλεγε ένα έμμετρο εκείνης της εποχής:
‘’….άπας ανήρ τε και γυνή, παις κόρη τε και βρέφος
Προσαίτης, απελεύθερος, οικέτης ουκ οικέτης
Υπέρ σκυβάλου κοπρηρού και δυσοσμίας ούρου
Εν εξ αργύρου νόμισμα παρείχε τω ταμείω….’’
Με εκτίμηση,
Αγγελική Π.
Τους βλέπω σχεδόν κάθε μέρα στο δρόμο, στη γειτονιά μου. Πάνε συνήθως δυό-δυό, αλλά δεν είναι Χιώτες, σίγουρα. Και σίγουρα, έτσι ακριβώς γυρνάνε σε όλες τις γειτονιές. Είναι κάτι ταλαιπωρημένα μελαμψά παιδιά, που σέρνουν ένα καρότσι από σούπερ μάρκετ, γεμάτο παλιοσίδερα. Κάθιδροι, κουρασμένοι, σπρώχνουν το καρότσι, που δεν οδηγείται και εύκολα όπως πολύ καλά ξέρουμε όλοι εμείς που καταναλώνουμε.
Ψάχνουν τους κάδους των σκουπιδιών, στους ατέλειωτους δρόμους της πρωτεύουσας, μες στο μεσημέρι, με τον ήλιο να καίει, γιατί το πρωί δεν υπάρχει εμπόρευμα. Ανακατεύουν τα σκουπίδια και όπου βρίσκουν «εμπόρευμα», το μαζεύουν. Σπασμένες σχάρες μπάρμπεκιου, κρεμάστρες μεταλλικές που έχουν στραβώσει, σκάλες με σπασμένα σκαλοπάτια, ξεχαρβαλωμένα καλοριφέρ και όποια μεταλλική σαβούρα μπορεί να φανταστεί κανείς, που ξεφορτώνεται η καταναλωτική κοινωνία.
Ήμουν μέσα στο ψιλικατζίδικο όταν μπήκε ο ένας από τους δύο, κρατώντας έναν ανεμιστήρα. Ο μαγαζάτορας, τον κοίταξε με χαλασμένη μούρη. «Δεν έχουμε!» του λέει, πριν προλάβει να πει τίποτα. «Όχι κύριο, ντεν τέλει…» του λέει. «Εγκώ ντώσει εσένα αυτό, άμα ντουλεύει να βάλεις. Εγκώ ντεν έκει μπρίζα…»
Α, έτσι, αλλάζει το πράγμα. Πήρε τον ανεμιστήρα χωρίς λέξη, τον έβαλε στη μπρίζα, είδε ότι ήταν χαλασμένος. «Πάρε την παλιατζουρία σου ρε και δίνε του από δω. Άμα ήταν καλός θα τον πετάγανε για να τον μαζέψεις εσύ; Άντε!»
«Γκειά σου», λέει ο νεαρός, παίρνει τον ανεμιστήρα και φεύγει.
Οι άνθρωποι που ρίχνουν στο καρότσι τους τα μέταλλα των σκουπιδιών και ζουν από αυτά, είναι εν αγνοία τους, οι οικολόγοι της Αθήνας. Είναι οι ηρωικές φιγούρες της πόλης. Κάνουν τη δουλειά που έπρεπε να κάνουμε εμείς, οι πολίτες, ή η Τοπική Αυτοδιοίκηση, καθαρίζοντας τα υλικά και συλλέγοντας τα πεταμένα μέταλλα, τους σπασμένους ανεμιστήρες, τις άχρηστες καφετιέρες. Είναι προσφυγάκια, κυρίως από το Πακιστάν, γιατί όπως έμαθα έχουν ξεχωρισμένους τομείς.
Οι Πακιστανοί μέταλλα, άλλοι γυαλιά, άλλοι χαρτόνια… Και εδώ που τα λέμε, καλύτερα που αδρανούν οι Δήμοι, που αδιαφορούμε εμείς οι ίδιοι, πετώντας ό,τι δεν μας χρειάζεται όπου βρούμε. Είναι η μοναδική περίπτωση ωχαδερφισμού και αδιαφορίας, που δίνει δουλειά σε ανθρώπους που πεινάνε, που γυρνάνε στους δρόμους όλη μέρα για ένα αμφίβολο μεροκάματο! Αυτοί οι άνθρωποι, εξ ανάγκης βέβαια, αλλά δεν έχει σημασία, έχουν γίνει η… οικολογική μας συνείδηση.
Ελένη Αποστολοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τα δημοσιεύματα δεν αποτελούν θέση η άποψη δική μας αλλά Πολιτών και Bloggers. Επίσης δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών.
Παρακαλούμε όταν υποβάλετε σχόλιο, να μην χρησιμοποιείτε υβριστικούς χαρακτηρισμούς
και να αποφεύγετε τα greeklish.